Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε τον Αύγουστο το ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 0,3%, που σημαίνει ότι η τιμή ενός αντιπροσωπευτικού καλαθιού αγαθών ανέβηκε κατά μόλις 0,3% σε σχέση με πέρυσι. Η συνεχιζόμενη -αν και ασθενής- άνοδος των τιμών, προκαλεί απορίες. Ο γραμματέας της ΚΟ των Ανεξάρτητων Ελλήνων έφτασε να κατηγορεί το Υπουργείο Ανάπτυξης για ανικανότητα, επειδή δεν σταμάτησε την άνοδο των τιμών. Ίσως κάποιοι Έλληνες αρνούνται να πιστέψουν ότι δεν ζούμε στη Σοβιετική Ένωση: οι τιμές της αγοράς τυπικά δεν ορίζονται στα γραφεία κάποιου Υπουργού. Δεν είναι όμως η εσωτερική υποτίμηση δηλωμένος λίγο πολύ στόχος της οικονομικής μας πολιτικής; Εσωτερική υποτίμηση δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να πέσουν οι τιμές των προϊόντων, υλικών ή άυλων; Όχι ακριβώς.
Παρακάμπτοντας την αρχή της ετεροδικίας, το 1997, το πρωτοδικείο Λιβαδειάς καταδίκασε το γερμανικό Δημόσιο στην αποζημίωση των συγγενών θυμάτων της σφαγής του Διστόμου. Η απόφαση ουδέποτε εκτελέστηκε, καθώς δικονομικά προαπαιτείτο άδεια του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ορθώς, κατά τη γνώμη μου, αυτή δεν εδόθη. Το 2002, κρίνοντας επί παρεμφερούς υποθέσεως, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έθεσε τροχοπέδη στη νομολογία τύπου Διστόμου, προκρίνοντας την ετεροδικία. Βάσει αυτής, κράτος δεν υπάγεται στη δικαστική εξουσία άλλου κράτους.
Η άρνηση εκτέλεσης της απόφασης του Διστόμου κρίθηκε νόμιμη από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (υπόθεση Σεχρεμελή) και, παλαιότερα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υπόθεση Καλογεροπούλου). Το τελευταίο, πρόσφατα (υπόθεση Σφουντούρη), έκρινε εξίσου απαράδεκτη προσφυγή Ελλήνων θυμάτων του ναζισμού κατά άρνησης των γερμανικών δικαστηρίων να επιδικάσουν αποζημιώσεις.