Με τον παρόν επιχειρώ μια πρώτη αποτίμηση της Τελικής Συμφωνίας για το Μακεδονικό που υπογράφηκε στις Πρέσπες στις 17 Ιουνίου του τρέχοντος. Εκκινώ από τα κύρια σημεία της συμφωνίας, αλλά επεκτείνομαι και σε πιο τεχνικά ζητήματα που, μέχρι σήμερα, δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς. Επιδίωξη μου είναι να συμβάλω με τρόπο εποικοδομητικό -τώρα ιδίως που οι τόνοι πέφτουν- στο διάλογο και στη νηφάλια αξιολόγηση της συμφωνίας.
Παρακάμπτοντας την αρχή της ετεροδικίας, το 1997, το πρωτοδικείο Λιβαδειάς καταδίκασε το γερμανικό Δημόσιο στην αποζημίωση των συγγενών θυμάτων της σφαγής του Διστόμου. Η απόφαση ουδέποτε εκτελέστηκε, καθώς δικονομικά προαπαιτείτο άδεια του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ορθώς, κατά τη γνώμη μου, αυτή δεν εδόθη. Το 2002, κρίνοντας επί παρεμφερούς υποθέσεως, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έθεσε τροχοπέδη στη νομολογία τύπου Διστόμου, προκρίνοντας την ετεροδικία. Βάσει αυτής, κράτος δεν υπάγεται στη δικαστική εξουσία άλλου κράτους.
Η άρνηση εκτέλεσης της απόφασης του Διστόμου κρίθηκε νόμιμη από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (υπόθεση Σεχρεμελή) και, παλαιότερα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υπόθεση Καλογεροπούλου). Το τελευταίο, πρόσφατα (υπόθεση Σφουντούρη), έκρινε εξίσου απαράδεκτη προσφυγή Ελλήνων θυμάτων του ναζισμού κατά άρνησης των γερμανικών δικαστηρίων να επιδικάσουν αποζημιώσεις.